Την επομένη των ανακοινώσεων της «Ημέρας Απελευθέρωσης», ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε ανοιχτός στη μείωση των δασμών

Στην τελική ευθεία για την ανακοίνωση των δασμών της «Ημέρας της Απελευθέρωσης» από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, οι σύμβουλοί του είχαν ένα δύσκολο έργο. Αγωνίζονταν να δώσουν μορφή στους φαινομενικά αντιφατικούς στόχους του προέδρου για τους σαρωτικούς νέους δασμούς. Ηθελεμε τη νέα του εμπορική στρατηγική να αυξήσουν σημαντικά τα έσοδα για την κυβέρνηση, καθώς και να στείλουν σταθερό μήνυμα στις εταιρείες να επενδύσουν στις ΗΠΑ, σύμφωνα με ανθρώπους που είχαν γνώση των συζητήσεων, τους οποίους επικαλείται η Wall Street Journal.
Αυτοί οι στόχοι θα ευθυγραμμίζονταν με μόνιμο, οριζόντιο δασμό. Μια καθολική προσέγγιση θα βοηθούσε επίσης να αποτραπούν οι εταιρείες από το να αποφεύγουν τους δασμούς μεταφέροντας την παραγωγή σε άλλες χώρες – βασικό ζήτημα για το οικονομικό επιτελείο του Τραμπ.
Αλλά στον πρόεδρο άρεσε επίσης η ιδέα της αμοιβαιότητας ανέφεραν άνθρωποι από τον στενό του κύκλο – ή να χρεώνουν στις χώρες «ό,τι χρεώνουν και σε εμάς», όπως το έχει θέσει δημοσίως ο Τραμπ. Αυτό υποδείκνυε εξατομικευμένους δασμολογικούς συντελεστές για χώρες που θα μπορούσαν να βαθμονομηθούν ανάλογα με τους δασμούς και άλλες οικονομικές πολιτικές τους.
Ανώτερος αξιωματούχος της κυβέρνησης περιέγραψε «παιχνίδι πινγκ πονγκ» μεταξύ των καθολικών δασμών και της προσέγγισης περί αμοιβαιότητας.
Από τη μία πλευρά, ο Τραμπ θεώρησε την ιδέα για καθολικό δασμό ως απλή και εύκολα εξηγήσιμη, σύμφωνα με την πηγή της WSJ. Από την άλλη πλευρά, σύμβουλοι όπως ο διευθυντής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου Κέβιν Χάσετ και ο υπουργός Εμπορίου Χάουαρντ Λούτνικ υποστήριξαν ότι το αμερικανικό κοινό θα κατανοούσε ευκολότερα την αμοιβαία προσέγγιση.
Σε συνάντηση που είχε τη Δευτέρα το απόγευμα με τους εμπορικούς του συμβούλους, ο Τραμπ ζήτησε αριθμούς για κάθε χώρα, προοίμιο για το διάγραμμα των δασμολογικών συντελεστών που παρουσίασε στον Κήπο των Ρόδων την Τετάρτη, δήλωσε ο ανώτερος αξιωματούχος της κυβέρνησης. Οι αριθμοί δεν ταυτίζονταν απαραίτητα με τις χρεώσεις των ξένων χωρών έναντι των εισαγωγών από τις ΗΠΑ.
Τελικά, αποφάσισαν να εφαρμόσουν και τις δύο επιλογές. Το αποτέλεσμα είναι μια προσέγγιση που έχει προκαλέσει σοκ στις χρηματιστηριακές αγορές, ενώ εταιρείες και πολιτικές ηγεσίες ανά τον κόσμο έχουν επιδοθεί σε αγώνα δρόμου ενόψει της 9ης Απριλίου, που θα τεθούν σε ισχύ οι υψηλότεροι, αμοιβαίοι δασμοί.
Οι οικονομικοί αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου πήραν σε μεγάλο βαθμό το χάος στα χέρια τους δήλωσε ο ανώτερος αξιωματούχος της κυβέρνησης, προσθέτοντας ότι, παρά το μέγεθος της ανακοίνωσης, «έχουμε μόνο 3% πτώση», αναφερόμενος στο χρηματιστήριο.
Οι δασμοί ήρθαν για να μείνουν
Ο Τραμπ –ο οποίος έχει αποκαλέσει τον εαυτό του «άνθρωπο των δασμών» και δήλωσε δημοσίως ότι οι δασμοί είναι «η πιο όμορφη λέξη, για εμένα, στο λεξικό» μετά τον Θεό, τη θρησκεία και ίσως την αγάπη– επέβαλε σχέδιο παρόμοιο με εκείνο που είχε υποσχεθεί κατά την προεκλογική εκστρατεία του.
Το έκανε σχεδόν εξ ολοκλήρου με βάση το δικό του όραμα για την αμερικανική οικονομία, ανατρέποντας δεκαετίες αμερικανικής εμπορικής πολιτικής, χωρίς να ενημερώσει κάποιους από τους συμβούλους του και απογοητεύοντας κάποιους Ρεπουμπλικανούς που υποστήριξαν την ιδέα «Πρώτα η Αμερική».
Στον απόηχο της απόφασης για τους δασμούς, οι σύμβουλοι του Τραμπ βγήκαν στην τηλεόραση για να υπερασπιστούν την ενέργεια του προέδρου, αλλά όχι πάντα με ικανοποιητικό τρόπο από την άποψη του Λευκού Οίκου, σύμφωνα με ανθρώπους που γνωρίζουν το θέμα, τους οποίους επικαλείται η WSJ. Χθες, Πέμπτη, οι αξιωματούχοι επικεντρώθηκαν στην εδραίωση του μηνύματός του ότι οι δασμοί ήρθαν για να μείνουν, παρόλο που σύμβουλοι οι οποίοι βρίσκονται κοντά στον πρόεδρο διαβεβαίωσαν πως δεν αποκλείουν διαπραγματεύσεις με άλλες χώρες.
Πολλοί παρότρυναν τον Τραμπ να ακολουθήσει πιο μετριοπαθή πορεία. Νωρίτερα την Τρίτη και τις ημέρες που προηγήθηκαν της ανακοίνωσης των δασμών της Τετάρτης, ο Λευκός Οίκος δέχθηκε τηλεφωνήματα από στελέχη της βιομηχανίας και συνδικάτων που προειδοποιούσαν να μην ακολουθήσει μαξιμαλιστική προσέγγιση.
Η συνολική δασμολογική πολιτική είναι επιθετική, ωστόσο ο Λευκός Οίκος φάνηκε να έχει λάβει υπόψη του αυτές τις προειδοποιήσεις, τουλάχιστον εν μέρει, σχολιάζει η WSJ.
Το ανώτερο προσωπικό του Τραμπ εξοργίστηκε με τις συνομιλίες κατά καιρούς, σύμφωνα με τις πηγές της WSJ. Υπήρξαν πολλοί που προσπάθησαν να αποτρέψουν τον Τραμπ, παρότι είναι υπέρμαχος της δασμολογικής στρατηγικής εδώ και δεκαετίες. Η ανακοίνωση ήταν έκπληξη για πολλούς.
Παρά το selloff στο χρηματιστήριο, αρκετοί σύμβουλοι του προέδρου ανέφεραν ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί χειρότερα, καταλήγει η WSJ.
Για να αντιμετωπίσουν τη νέα τελωνειακή επίθεση της Ουάσιγκτον, οι 27 χώρες της Ε.Ε. προσπάθησαν να εμφανίσουν ενιαίο μέτωπο, κάνοντας λόγο για πιθανά αντίποινα κατά των Ηνωμένων Πολιτειών. Στο παρασκήνιο ,όμως, οι διαφωνίες παραμένουν και αποδυναμώνουν την Ευρωπαϊκή Ενωση, σημειώνει ο Τύπος της Γηραιάς Ηπείρου.
Η συντηρητική γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung ανέφερε πως η είδηση ότι ο Τραμπ θα επιβάλει δασμούς 10% σε όλες τις αμερικανικές εισαγωγές και 20% για προϊόντα από την Ε.Ε. έχει προκαλέσει αναστάτωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Για «πρωτοφανή σεισμό στο παγκόσμιο εμπόριο», έκανε λόγο το βελγικό επιχειρηματικό μέσο ενημέρωσης L’Écho.
Σε μία προσπάθεια να αιτιολογήσει τη νέα τελωνειακή επίθεση, ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι οι Ευρωπαίοι φορολογούν σήμερα τα αμερικανικά προϊόντα με συντελεστή 39%, τον οποίο χαρακτήρισε φανταστικό η Der Standard. «Το πώς ο Λευκός Οίκος έκανε τους υπολογισμούς του παραμένει μυστήριο», σχολίασε η αυστριακή εφημερίδα. Οι μέσοι δασμοί για τα αμερικανικά προϊόντα στην Ευρώπη υπολογίζονται σε 3% ή 4%, σύμφωνα με διάφορες οικονομικές πηγές, μεταξύ των οποίων ο νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν. Οι ανακοινώσεις του Λευκού Οίκου προκάλεσαν εκνευρισμό στους Ευρωπαίους πολιτικούς.
Η Frankfurter Allgemeine Zeitung αναφέρει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή «προσπάθησε εμφανώς να κατευνάσει τα πνεύματα», αλλά αρκετοί ευρωβουλευτές ζήτησαν να ληφθούν άμεσα αντίμετρα κατά των Ηνωμένων Πολιτειών. Σύμφωνα με το αυστριακό Μέσο Kurier, ο πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Κοινοβουλίου αναφέρθηκε ακόμη και στη λήψη μέτρων «μπαζούκας».
«Η Ε.Ε. θα μπορούσε, για παράδειγμα, να εισαγάγει φόρους στους αμερικανικούς ψηφιακούς κολοσσούς, όπως η PayPal και η Google, αλλά θα μπορούσε επίσης να μπλοκάρει τις αμερικανικές επενδύσεις στην Ευρώπη ή να αποκλείσει αμερικανικές εταιρείες από δημόσιες συμβάσεις.
Προς το παρόν, η Ε.Ε. των «27» δεν έχει επιβεβαιώσει ότι προτίθεται να χρησιμοποιήσει τέτοιο «οπλοστάσιο». Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, διαβεβαίωσε πως η Ε.Ε. έχει σχεδιάσει αντίποινα, αλλά ότι δεν θα τεθούν σε εφαρμογή αμέσως. Αυτό θα συμβεί μόνο «εάν οι τρέχουσες διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες αποτύχουν», σύμφωνα με την ιστοσελίδα της Deutsche Welle.
«Από οικονομική άποψη, η Ευρωπαϊκή Ενωση θα ήταν καλύτερα να μην κάνει τίποτα», σύμφωνα με τη Handelsblatt. Ωστόσο, η γερμανική εφημερίδα αναγνωρίζει ότι, από πολιτική άποψη, οι Βρυξέλλες δέχονται πιέσεις να στείλουν «ένα σαφές μήνυμα» και να δείξουν ότι υπερασπίζονται «μια ρυθμισμένη παγκόσμια εμπορική τάξη», ιδίως τις αρχές του ΠΟΕ.
Γιατί διαφωνούν
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ωστόσο, κάποιες χώρες είναι περισσότερο προσηλωμένες σε αυτά τα ιδανικά από άλλες. Η Ε.Ε. θέλει να δείξει στον κόσμο ότι είναι ενωμένη, «πρόσφατα προέκυψαν αμφιβολίες» σχετικά με τη στρατηγική που πρέπει να υιοθετηθεί, υπογραμμίζει η Frankfurter Allgemeine Zeitung.
Η Γερμανία, εξαγωγική χώρα της οποίας ο κύριος εμπορικός εταίρος είναι η Ουάσιγκτον, είναι πιθανό να είναι από τα κράτη που θα πληγούν περισσότερο από την αύξηση των δασμών. Το 2024, η χώρα εξήγαγε στις Ηνωμένες Πολιτείες αγαθά αξίας 161,4 δισ. ευρώ. Και σύμφωνα με την Deutsche Welle, ο απερχόμενος υπουργός Οικονομίας της, Ρόμπερτ Χάμπεκ, έσπευσε να καλέσει την Ε.Ε. να αντιδράσει, επισημαίνοντας ότι «διαθέτει τη μεγαλύτερη κοινή αγορά στον κόσμο».
Παρά τις εξαγωγές προϊόντων αξίας περίπου 66,4 δισ. ευρώ προς τις Ηνωμένες Πολιτείες πέρυσι, η Ιταλία εμφανίζεται πιο προσεκτική. Η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι πρότεινε η Ευρώπη να ασκήσει πίεση, «ώστε η αντίδραση στην αμερικανική πρωτοβουλία να είναι αιτιολογημένη».
Σύμφωνα με την ιταλική εφημερίδα Domani, περιμένουν με ιδιαίτερη ανυπομονησία την επίσκεψη του Αμερικανού αντιπροέδρου Τζέιν Ντι Βανς στη Ρώμη στις 18 Απριλίου, με τον οποίο ελπίζουν να διαπραγματευτούν προνομιακή μεταχείριση για τη χώρα τους. Η Ιταλία, αλλά και η Γαλλία και η Ισπανία «έχουν υιοθετήσει πιο επιφυλακτική στάση απέναντι στον Τραμπ από τότε που απείλησε να φορολογήσει τα κρασιά και τις σαμπάνιες τους έως και 200%», προσθέτει η Frankfurter Allgemeine Zeitung.
Η Ε.Ε. επιδιώκει στενότερους δεσμούς με άλλους εμπορικούς εταίρους εν όψει της υποχώρησης των ΗΠΑ, επισημαίνει η ισπανική El Pais.
Η Ουάσιγκτον ξεκινά απομονωτική πορεία, επιτιθέμενη στο παγκόσμιο εμπορικό σύστημα, τιμωρώντας περισσότερο τους συμμάχους παρά τους αντιπάλους της.
Στο άμεσο μέλλον, δεν είναι δυνατόν να αντικατασταθεί μια εμπορική σχέση που το 2023 έφτασε το 1,6 τρισ. ευρώ σε ανταλλαγές αγαθών και υπηρεσιών. «Το 40% των άμεσων ξένων επενδύσεων της Ε.Ε. πραγματοποιείται στις ΗΠΑ και το 40% των άμεσων ξένων επενδύσεων των ΗΠΑ πραγματοποιείται στην Ε.Ε. Επομένως, είμαστε πολύ, πολύ αλληλένδετοι. Είμαστε πολύ διασυνδεδεμένοι», επισημαίνει ο Αντρέ Σαπίρ, καθηγητής Οικονομικών στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών, στην ισπανική εφημερίδα.
«Είμαστε σε μεγάλο βαθμό αλληλοεξαρτώμενοι και δεν είναι ούτε επιθυμητό ούτε εύκολο να περιοριστεί μία οικονομική σχέση η οποία έχει μακρά ιστορία. Υπάρχουν αμερικανικές εταιρείες στην Ευρώπη, υπάρχουν ευρωπαϊκές εταιρείες στις Ηνωμένες Πολιτείες, συναλλάσσονται μεταξύ τους, υπάρχουν παγκόσμιες αλυσίδες αξίας», προσθέτει ο ίδιος.
Αντιμέτωπος με τους δασμούς του Ντόναλντ Τραμπ, ο Εμανουέλ Μακρόν κάλεσε εκπροσώπους των επιχειρηματικών κλάδων που πλήττονται περισσότερο στο Μέγαρο των Ηλυσίων για συζητήσεις.
Καταγγέλλοντας τη βίαιη απόφαση του Αμερικανού προέδρου, ο Γάλλος πρόεδρος ζήτησε να ανασταλούν οι επενδύσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι να διεξαχθούν οι διαπραγματεύσεις. Ομως η αντίδραση είναι δύσκολο να οργανωθεί, όπως επισημαίνει η Le Monde.
Αν και ο τόνος ήταν σοβαρός, ο Μακρόν επισήμανε ότι «η Γαλλία δεν είναι η πιο εκτεθειμένη χώρα: οι εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες αντιπροσωπεύουν το 1,5% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος μας [ΑΕΠ]». Παράλληλα, επισήμανε πως «αυτό συγκρίνεται με το 3% για την Ιταλία, το 4% για τη Γερμανία και το 10% για την Ιρλανδία». Ωστόσο, δεν υποβάθμισε τις παρενέργειες της απόφασης του Ντόναλντ Τραμπ, αναφέρει η Monde.
- Εισέλθετε στο σύστημα ή εγγραφείτε για να υποβάλετε σχόλια









